seabird
sea
ˈsi:
si
bird
bɜ:d
bēd
seaboard

Ορισμός και σημασία του "seabird"στα αγγλικά

01

θαλασσοπούλι, πουλί που ζει κοντά στη θάλασσα

a bird that lives near the sea 
seabird definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seabirds

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

seabird

sea

+

bird

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store