Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seabed
01
βυθός της θάλασσας, πάτος του ωκεανού
the ground at the bottom of the sea or the floor of the ocean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seabeds
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seabed
sea
bed



























