Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sea
01
θάλασσα
the salt water that covers most of the earth’s surface and surrounds its continents and islands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I hear the sound of seagulls near the sea.
Ακούω τον ήχο των γλάρων κοντά στη θάλασσα.
02
θάλασσα, ωκεανός
anything apparently limitless in quantity or volume
03
ταραγμένη θάλασσα, φουρτουνιασμένος ωκεανός
turbulent water with swells of considerable size



























