Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scuffle
01
συμπλοκή, καβγάς
disorderly fighting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuffles
02
μια κατάσταση φτώχειας, μια οικονομική πάλη
a state of poverty or financial struggle
slang
Παραδείγματα
He knows what it 's like to live in scuffle.
Ξέρει πώς είναι να ζεις στη φτώχεια.
03
σκαπάνη ώθησης, σκαφτήρας ώθησης
a hoe that is used by pushing rather than pulling
to scuffle
01
παλεύω, τσακώνομαι
fight or struggle in a confused way at close quarters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scuffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuffles
ενεστώτα μετοχή
scuffling
απλός αόριστος
scuffled
παθητική μετοχή
scuffled
02
σέρνω τα πόδια, περπατώ σέρνοντας τα πόδια
walk by dragging one's feet



























