scuffle
scu
ˈskʌ
ska
ffle
fəl
fēl
shufflesnufflesouffle

Ορισμός και σημασία του "scuffle"στα αγγλικά

01

συμπλοκή, καβγάς

disorderly fighting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuffles
02

μια κατάσταση φτώχειας, μια οικονομική πάλη

a state of poverty or financial struggle 
αργκό
Παραδείγματα
He grew up in a life of scuffle but worked hard to succeed. 

Μεγάλωσε σε μια ζωή αγώνα αλλά εργάστηκε σκληρά για να πετύχει.

03

σκαπάνη ώθησης, σκαφτήρας ώθησης

a hoe that is used by pushing rather than pulling 
to scuffle
01

παλεύω, τσακώνομαι

fight or struggle in a confused way at close quarters 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scuffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuffles
ενεστώτα μετοχή
scuffling
απλός αόριστος
scuffled
παθητική μετοχή
scuffled
02

σέρνω τα πόδια, περπατώ σέρνοντας τα πόδια

walk by dragging one's feet 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store