Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scud
01
ορμώ, τρέχω βιαστικά
run or move very quickly or hastily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scud
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuds
ενεστώτα μετοχή
scudding
απλός αόριστος
scudded
παθητική μετοχή
scudded
02
να φεύγει μπροστά από την καταιγίδα, να τρέχει με τον άνεμο
run before a gale
Scud
01
γρήγορη κίνηση, ταχύ δρόμο
the act of moving along swiftly (as before a gale)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuds
scud
01
γυμνός, αγύμναστος
(Scottish) naked; unclothed
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
scuddest
συγκριτικός βαθμός
scudder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He ran across the garden scud after the bet.
Έτρεξε μέσα στον κήπο γυμνός πίσω από το στοίχημα.
Λεξικό Δέντρο
scudding
scud



























