scud
scud
skəd
σκαντ
/skˈʌd/

Ορισμός και σημασία του "scud"στα αγγλικά

to scud
01

ορμώ, τρέχω βιαστικά

run or move very quickly or hastily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scud
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuds
ενεστώτα μετοχή
scudding
απλός αόριστος
scudded
παθητική μετοχή
scudded
02

να φεύγει μπροστά από την καταιγίδα, να τρέχει με τον άνεμο

run before a gale
01

γρήγορη κίνηση, ταχύ δρόμο

the act of moving along swiftly (as before a gale)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuds
01

γυμνός, αγύμναστος

(Scottish) naked; unclothed
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
scuddest
συγκριτικός βαθμός
scudder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog scared him, and he ended up scud in the yard.
Ο σκύλος τον τρόμαξε και κατέληξε γυμνός στην αυλή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store