screed
screed
skri:d
skrid
screwed

Ορισμός και σημασία του "screed"στα αγγλικά

01

ταινία ισοπέδωσης, οδηγός ισοπέδωσης

an accurately levelled strip of material placed on a wall or floor as guide for the even application of plaster or concrete 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
screeds
02

ένα μακρύ γραπτό, μια διατριβή

a long piece of writing 
03

ένα μακρύ και βαρετό κείμενο, μια μακρά και βαρετή ομιλία

a piece of writing or a speech that is long and boring 
Παραδείγματα
The manager’s screed on office policies put everyone to sleep during the meeting. 

Ο μακρύς και βαρετός λόγος του μάνατζερ για τις πολιτικές του γραφείου έβαλε όλους να κοιμηθούν κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store