to screech
screech
skri:ʧ
skrich
impeachbeseechbreechbleach

Ορισμός και σημασία του "screech"στα αγγλικά

to screech
01

τσιρίζω, κραυγάζω

to make a loud, harsh, piercing sound, like that of tires sliding on pavement 
Intransitive
to screech definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
screech
γ΄ ενικό πρόσωπο
screeches
ενεστώτα μετοχή
screeching
απλός αόριστος
screeched
παθητική μετοχή
screeched
Παραδείγματα
The car tires screeched as the driver slammed on the brakes. 

Τα ελαστικά του αυτοκινήτου τρίζουν όταν ο οδηγός πάτησε απότομα τα φρένα.

02

ουρλιάζω, κραυγάζω

to make a loud, harsh scream suddenly 
Intransitive
Παραδείγματα
The owl screeched loudly in the night, startling us awake. 

Η κουκουβάγια έκλαψε δυνατά τη νύχτα, μας ξύπνησε τρομαγμένους.

01

μια στριγκλιά, μια διαπεραστική κραυγή

a sharp, piercing cry, often expressing pain, fear, or alarm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
screeches
Παραδείγματα
The child let out a screech when she touched the hot stove. 

Το παιδί εξέπεμψε ένα κραυγή όταν άγγιξε το ζεστό σόμπα.

02

τρίξιμο, ουρλιαχτό

a high-pitched, piercing sound, not necessarily vocal, often harsh or grating 
Παραδείγματα
The brakes on the old bus emitted a loud screech. 

Τα φρένα του παλιού λεωφορείου εξέπεμψαν ένα δυνατό τρίξιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

screecher
screech
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store