Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scream
01
ουρλιάζω, φωνάζω
to make a loud, sharp cry when one is feeling a strong emotion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scream
γ΄ ενικό πρόσωπο
screams
ενεστώτα μετοχή
screaming
απλός αόριστος
screamed
παθητική μετοχή
screamed
Παραδείγματα
The unexpected appearance of the ghost in the movie caused the audience to scream in terror.
Η απροσδόκητη εμφάνιση του φαντάσματος στην ταινία έκανε το κοινό να φωνάξει από τρόμο.
02
ουρλιάζω, φωνάζω
to utter something in a loud, high-pitched voice, expressing intense emotions such as anger, fear, or distress
Ditransitive: to scream a message at sb
Παραδείγματα
They screamed obscenities at each other during the heated argument.
Φώναξαν αισχρότητες ο ένας στον άλλον κατά τη διάρκεια του έντονου καβγά.
03
ουρλιάζω, φωνάζω
to emit a loud, high-pitched nosie
Intransitive
Παραδείγματα
The ambulance screamed down the street, its sirens blaring to alert traffic.
Το ασθενοφόρο φώναζε στον δρόμο, οι σειρήνες του ηχούσαν για να προειδοποιήσει την κυκλοφορία.
Scream
01
κραυγή, ουρλιαχτό
a sharp, loud, and piercing cry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
screams
Παραδείγματα
The scream echoed through the empty hallway.
Η κραυγή αντηχήσε στον άδειο διάδρομο.
02
κραυγή, οξύς ήχος
a piercing or shrill sound resembling a human cry
Παραδείγματα
The train whistle emitted a scream that startled passengers.
Το σφύριγμα του τρένου εξέπεμψε μια κραυγή που τρόμαξε τους επιβάτες.
03
ένα ξεκαρδιστικό αστείο, ένα τρελό αστείο
an extremely funny joke
Παραδείγματα
His one-liner was a scream that had everyone laughing.
Η μονολεκτική του ατάκα ήταν ένα κορυφαίο αστείο που έκανε όλους να γελούν.
04
διασκέδαση, ευχαρίστηση
an event, situation, or experience that is wildly entertaining
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
That vacation was a scream! We laughed nonstop the whole trip.
Αυτές οι διακοπές ήταν πολύ διασκεδαστικές! Γελάσαμε ασταμάτητα όλο το ταξίδι.
Λεξικό Δέντρο
screamer
screaming
screaming
scream



























