to scrawl
Pronunciation
/ˈskɹɔɫ/

Ορισμός και σημασία του "scrawl"στα αγγλικά

to scrawl
01

κακογράφω, γράφω βιαστικά

to write something hastily or carelessly in a messy and illegible manner
Transitive: to scrawl sth
to scrawl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrawls
ενεστώτα μετοχή
scrawling
απλός αόριστος
scrawled
παθητική μετοχή
scrawled
Παραδείγματα
He scrawled his name on the paper before rushing out the door.
Ζωγράφισε το όνομά του στο χαρτί πριν τρέξει έξω από την πόρτα.
01

κακογραμμία, άσχημη γραφή

poor handwriting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store