Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrawl
01
κακογράφω, γράφω βιαστικά
to write something hastily or carelessly in a messy and illegible manner
Transitive: to scrawl sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrawls
ενεστώτα μετοχή
scrawling
απλός αόριστος
scrawled
παθητική μετοχή
scrawled
Παραδείγματα
He scrawled his name on the paper before rushing out the door.
Ζωγράφισε το όνομά του στο χαρτί πριν τρέξει έξω από την πόρτα.
Scrawl
01
κακογραμμία, άσχημη γραφή
poor handwriting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
scrawler
scrawl



























