to scrawl
scrawl
skrɔ:l
skrawl
sprawl

Ορισμός και σημασία του "scrawl"στα αγγλικά

to scrawl
01

κακογράφω, γράφω βιαστικά

to write something hastily or carelessly in a messy and illegible manner 
Transitive: to scrawl sth
to scrawl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrawls
ενεστώτα μετοχή
scrawling
απλός αόριστος
scrawled
παθητική μετοχή
scrawled
Παραδείγματα
In a hurry, he would scrawl his signature at the bottom of the documents without fully reading them. 

Στη βιασύνη, κακογράφησε την υπογραφή του στο κάτω μέρος των εγγράφων χωρίς να τα διαβάσει πλήρως.

01

κακογραμμία, άσχημη γραφή

poor handwriting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrawls
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store