Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scottish terrier
01
Σκωτσέζικο τεριέ, Scottish terrier
a breed of dog with short legs, pointed ears, a powerful muzzle, and a long coat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Scottish terriers



























