to scorn
scorn
skɔ:n
skawn
swornshorn

Ορισμός και σημασία του "scorn"στα αγγλικά

to scorn
01

περιφρονώ, καταφρονώ

to have no respect for someone or something because one thinks they are stupid or undeserving 
Transitive: to scorn sb/sth
to scorn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
scorn
γ΄ ενικό πρόσωπο
scorns
ενεστώτα μετοχή
scorning
απλός αόριστος
scorned
παθητική μετοχή
scorned
Παραδείγματα
She scorns those who prioritize material wealth over kindness and compassion. 

Αυτή περιφρονεί εκείνους που προτιμούν τον υλικό πλούτο από την καλοσύνη και τη συμπόνια.

02

περιφρονώ, καταφρονώ

to reject or treat something or someone with contempt or disdain 
Transitive: to scorn sth
to scorn definition and meaning
Παραδείγματα
She scorned the offer, believing it was beneath her. 

Περιφρόνησε την προσφορά, πιστεύοντας ότι ήταν κάτω από αυτήν.

01

περιφρόνηση, καταφρόνεια

a very strong feeling that someone or something is despicable or unworthy of respect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scorns
02

περιφρόνηση, καταφρόνηση

open disrespect for a person or thing 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store