Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scoop up
01
μαζεύω, σηκώνω
to gather or lift something using a scoop or similar tool
Transitive: to scoop up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
scoop
ενεστώτας
scoop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
scoops up
ενεστώτα μετοχή
scooping up
απλός αόριστος
scooped up
παθητική μετοχή
scooped up
Παραδείγματα
The chef used a ladle to carefully scoop up the soup and pour it into the bowl for serving.
Ο σεφ χρησιμοποίησε μια κουτάλα για να μαζέψει προσεκτικά τη σούπα και να τη χύσει στο μπολ για σερβίρισμα.
02
μαζεύω, σηκώνω
to quickly lift something or someone using one's hands or arms
Transitive: to scoop up sth
Παραδείγματα
The children eagerly used their hands to scoop up handfuls of sand and build sandcastles at the beach.
Τα παιδιά χρησιμοποίησαν με ενθουσιασμό τα χέρια τους για να μαζέψουν χούφτες άμμο και να χτίσουν πύργους από άμμο στην παραλία.



























