school teacher
Pronunciation
/skˈuːl tˈiːtʃɚ/
schoolteacher

Ορισμός και σημασία του "school teacher"στα αγγλικά

School teacher
01

σχολικός δάσκαλος, δάσκαλος

an individual who is employed to teach students in a school or educational institution
school teacher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
school teachers
Παραδείγματα
The school teacher stayed late to grade exams and prepare for the next day.
Ο σχολικός δάσκαλος έμεινε αργά για να βαθμολογήσει εξετάσεις και να προετοιμαστεί για την επόμενη μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store