Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
School bus
01
σχολικό λεωφορείο, λεωφορείο του σχολείου
a large motor vehicle designed to transport students to and from school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
school buses
Παραδείγματα
The school district implemented safety measures to ensure students ' well-being while riding the school bus.
Η σχολική περιφέρεια εφάρμοσε μέτρα ασφαλείας για να διασφαλίσει την ευημερία των μαθητών ενώ ταξιδεύουν με το σχολικό λεωφορείο.



























