Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schnozzle
01
μύτη, μεγάλη μύτη
a slang term used to describe a person's nose, typically a large or prominent one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schnozzles
LanGeek



























