Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schnorrer
01
επαίτης, παράσιτο
a person who begs, freeloads, or constantly takes without giving
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schnorrers
Παραδείγματα
He smiled like a schnorrer asking for another favor.
Χαμογέλασε σαν ένας σνόρερ που ζητάει άλλη μια χάρη.
Λεξικό Δέντρο
schnorrer
schnorr



























