schnorrer
schnorrer
ʃnɔ:ər
shnawēr
/ʃnˈɒɹə/

Ορισμός και σημασία του "schnorrer"στα αγγλικά

01

επαίτης, παράσιτο

a person who begs, freeloads, or constantly takes without giving
schnorrer definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schnorrers
Παραδείγματα
He smiled like a schnorrer asking for another favor.
Χαμογέλασε σαν ένας σνόρερ που ζητάει άλλη μια χάρη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store