Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schnook
01
αφελής, εύπιστος
(Yiddish) a gullible simpleton more to be pitied than despised
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schnooks
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αφελής, εύπιστος