schnook
schnook
ʃnʊk
shnook
shnook

Ορισμός και σημασία του "schnook"στα αγγλικά

01

αφελής, εύπιστος

(Yiddish) a gullible simpleton more to be pitied than despised 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schnooks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store