Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schnecken
01
σνέκεν, σαλιγκάρια (γλύκισμα)
a type of sweet pastry that originated in Germany and is made from a spiral-shaped dough that is filled with cinnamon, sugar, and nuts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schnecken



























