schlepper
schle
ˈʃlɛ
σλε
pper
πα
shlepperpepperleper

Ορισμός και σημασία του "schlepper"στα αγγλικά

01

αδέξιο και ηλίθιο άτομο, αδέξιος

(Yiddish) an awkward and stupid person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schleppers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

schlepper
schlep
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store