Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scarf out
01
καταβροχθίζω, τρώω άπληστα
to eat excessively or greedily
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
scarf
ενεστώτας
scarf out
γ΄ ενικό πρόσωπο
scarfs out
ενεστώτα μετοχή
scarfing out
απλός αόριστος
scarfed out
παθητική μετοχή
scarfed out
Παραδείγματα
After fasting all day, he couldn't wait to scarf out on the hearty meal his mother had prepared.
Μετά από νηστεία όλη μέρα, δεν μπορούσε να περιμένει να φάει αδιακρίτως το χορταστικό γεύμα που είχε ετοιμάσει η μητέρα του.



























