scarcity
Pronunciation
/ˈskɛɹsɪti/

Ορισμός και σημασία του "scarcity"στα αγγλικά

01

έλλειψη, σπανιότητα

the state of not having enough or being in demand of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store