Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scarcity
01
έλλειψη, σπανιότητα
the state of not having enough or being in demand of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























