saxhorn
sax
ˈsæks
sāks
horn
hɔ:n
hawn

Ορισμός και σημασία του "saxhorn"στα αγγλικά

01

saxhorn, οποιοδήποτε όργανο από την οικογένεια των χάλκινων πνευστών οργάνων με κωνικές οπές και βαλβίδες

any of the family of brass instruments that have conical bores and valves 
saxhorn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saxhorns

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

saxhorn

sax

+

horn

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store