to saw wood
Pronunciation
/sˈɔː wˈʊd/

Ορισμός και σημασία του "saw wood"στα αγγλικά

to saw wood
01

ροχαλίζω, αναπνέω θορυβωδώς κατά τη διάρκεια του ύπνου

breathe noisily during one's sleep
to saw wood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
wood
βασικό ρήμα
saw
ενεστώτας
saw wood
γ΄ ενικό πρόσωπο
saws wood
ενεστώτα μετοχή
sawing wood
απλός αόριστος
sawed wood
παθητική μετοχή
sawed wood
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store