Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to saw
01
πριόνι, κόβω με πριόνι
to cut through a material using a tool with a toothed blade
Transitive: to saw wood or metal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
saw
γ΄ ενικό πρόσωπο
saws
ενεστώτα μετοχή
sawing
απλός αόριστος
sawed
παθητική μετοχή
sawn
Παραδείγματα
The carpenter sawed the wooden plank to the desired length.
Ο ξυλουργός έπρισε την ξύλινη σανίδα στο επιθυμητό μήκος.
Saw
01
πριόνι, εργαλείο κοπής
a metal tool with a toothed blade that is used for cutting wood, metal, etc. by moving back and forth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saws
Παραδείγματα
He used a saw to cut the wooden board to the desired length.
Χρησιμοποίησε ένα πριόνι για να κόψει την ξύλινη σανίδα στο επιθυμητό μήκος.
02
ηλεκτρικό πριόνι, μηχανικό πριόνι
a powered cutting tool used mainly for wood
Παραδείγματα
The portable saw was perfect for outdoor work.
Το φορητό πριόνι ήταν τέλειο για εργασίες σε εξωτερικούς χώρους.
03
παροιμία, ρητό
a short, widely repeated saying that expresses a commonly accepted truth
Παραδείγματα
"Haste makes waste" is an old saw.
«Η βιασύνη είναι εχθρός της καλής δουλειάς» είναι ένα παλιό ρητό.
LanGeek



























