Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to save up
[phrase form: save]
01
οικονομώ, αποταμιεύω
to set money or resources aside for future use
Transitive: to save up money or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
save
ενεστώτας
save up
γ΄ ενικό πρόσωπο
saves up
ενεστώτα μετοχή
saving up
απλός αόριστος
saved up
παθητική μετοχή
saved up
Παραδείγματα
She saved her allowance up to buy a new bike.
Αποθήκευσε το χαρτζιλίκι της για να αγοράσει ένα καινούριο ποδήλατο.
02
αποταμιεύω, συγκεντρώνω
to collect something gradually over time
Transitive: to save up sth
Παραδείγματα
She saved up a collection of rare coins over many years.
Αποθήκευσε μια συλλογή από σπάνια νομίσματα σε πολλά χρόνια.
03
αποταμιεύω, φυλάσσω
to preserve something for later use
Transitive: to save up sth
Παραδείγματα
She saved up her creativity for the art project she had planned.
Αποθήκευσε τη δημιουργικότητά της για το καλλιτεχνικό έργο που είχε σχεδιάσει.



























