acerate leaf
a
a
α
ce
ˈsɜ:
σερ
rate
reɪt
ρειτ
leaf
li:f
ληφ
/ɐsˈɜːɹeɪt lˈiːf/

Ορισμός και σημασία του "acerate leaf"στα αγγλικά

01

βελονοφυλλόδασο, πευκοβελόνα

the leaf of a conifer
acerate leaf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acerate leaves
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store