Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Satin
01
σατέν, γυαλιστρό ύφασμα
a type of very smooth fabric with a glossy surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
satins
Λεξικό Δέντρο
satiny
satin



























