satin
sa
ˈsæ
tin
tɪn
tin
stainsarinstatin

Ορισμός και σημασία του "satin"στα αγγλικά

01

σατέν, γυαλιστρό ύφασμα

a type of very smooth fabric with a glossy surface 
satin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
satins

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

satiny
satin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store