Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Satchel
01
σχολική τσάντα, τσάντα ώμου
a type of bag, often made of leather or canvas, with a strap that is worn over one shoulder and across the bo
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
satchels
Παραδείγματα
The teacher carried her satchel filled with grading papers and assignments.
Ο δάσκαλος κουβαλούσε την τσάντα του γεμάτη με γραπτά και εργασίες.



























