satanism
sa
ˈseɪ
σει
ta
τα
ni
νι
sm
zəm
ζαμ
saturnism

Ορισμός και σημασία του "satanism"στα αγγλικά

01

σατανισμός

a belief in and reverence for devils (especially Satan) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

satanism
satan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store