Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Satanism
01
σατανισμός
a belief in and reverence for devils (especially Satan)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
satanism
satan



























