Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sargasso
01
σαργάσσο, φύκι σαργάσσο
a type of seaweed, typically brown in color, that forms floating mats in the open ocean particularly in the Sargasso Sea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sargassos
Παραδείγματα
The distinctive golden-brown color of Sargasso adds a mesmerizing touch to the ocean's surface.
Το διακριτικό χρυσό-καφέ χρώμα του Sargasso προσθέτει μια μαγευτική πινελιά στην επιφάνεια του ωκεανού.



























