Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sarcasm
01
σαρκασμός, ειρωνεία
the use of words that convey the opposite meaning as a way to annoy someone or for creating a humorous effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His tone was full of sarcasm when he complimented her cooking skills, knowing she had burned dinner.
Ο τόνος του ήταν γεμάτος σαρκασμό όταν επαίνεσε τις μαγειρικές της ικανότητες, γνωρίζοντας ότι είχε κάψει το βραδινό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sarcastic
sarcasm



























