battle
ba
ˈbæ
ttle
təl
tēl
brattlebattuebottle

Ορισμός και σημασία του "battle"στα αγγλικά

01

μάχη, πόλεμος

a fight between opposing armed forces, particularly during a war 
battle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
battles
Παραδείγματα
The decisive battle changed the course of the war. 

Η καθοριστική μάχη άλλαξε την πορεία του πολέμου.

02

αγώνας, μάχη

an energetic or determined effort to achieve a goal 
Παραδείγματα
Her battle to complete the degree took several years. 

Η μάχη της για να ολοκληρώσει το πτυχίο διήρκεσε αρκετά χρόνια.

03

μάχη, σύγκρουση

a direct confrontation between opposing groups or individuals 
Παραδείγματα
The rival gangs had a battle in the streets. 

Οι αντίπαλες συμμορίες είχαν μια μάχη στους δρόμους.

to battle
01

πολεμώ, αγωνίζομαι

to overcome challenges, defend beliefs, or achieve a difficult thing 
Intransitive
Transitive: to battle sth
to battle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
battle
γ΄ ενικό πρόσωπο
battles
ενεστώτα μετοχή
battling
απλός αόριστος
battled
παθητική μετοχή
battled
Παραδείγματα
She battled through the challenges to achieve her career goals. 

Πολέμησε μέσα από τις προκλήσεις για να επιτύχει τους επαγγελματικούς της στόχους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store