Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Battle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
battles
Παραδείγματα
The decisive battle changed the course of the war.
Η καθοριστική μάχη άλλαξε την πορεία του πολέμου.
02
αγώνας, μάχη
an energetic or determined effort to achieve a goal
Παραδείγματα
Her battle to complete the degree took several years.
Η μάχη της για να ολοκληρώσει το πτυχίο διήρκεσε αρκετά χρόνια.
03
μάχη, σύγκρουση
a direct confrontation between opposing groups or individuals
Παραδείγματα
The rival gangs had a battle in the streets.
Οι αντίπαλες συμμορίες είχαν μια μάχη στους δρόμους.
to battle
01
πολεμώ, αγωνίζομαι
to overcome challenges, defend beliefs, or achieve a difficult thing
Intransitive
Transitive: to battle sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
battle
γ΄ ενικό πρόσωπο
battles
ενεστώτα μετοχή
battling
απλός αόριστος
battled
παθητική μετοχή
battled
Παραδείγματα
She battled through the challenges to achieve her career goals.
Πολέμησε μέσα από τις προκλήσεις για να επιτύχει τους επαγγελματικούς της στόχους.
Λεξικό Δέντρο
battleful
battle



























