sapling
sap
ˈsɑ:p
saap
ling
lɪng
ling
staplingsailingsampling

Ορισμός και σημασία του "sapling"στα αγγλικά

01

νεαρό δέντρο, φυτό

a small and young tree 
sapling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saplings
Παραδείγματα
The forest was filled with many new saplings. 

Το δάσος ήταν γεμάτο με πολλά νέα δενδρίσκια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store