Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Batting
01
χτύπημα, ρόπαλο
(baseball) the batter's attempt to get on base
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
στόφωμα βαμβακιού, γεμίσμα συνθετικής ίνας
stuffing made of rolls or sheets of cotton wool or synthetic fiber
Λεξικό Δέντρο
batting
bat



























