Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
battery-powered
01
με τροφοδοσία από μπαταρία, λειτουργεί με μπαταρία
using a battery as the main source of energy to operate a device or equipment
Παραδείγματα
The remote control is battery-powered and requires two AA batteries.
Το τηλεχειριστήριο είναι τροφοδοτούμενο με μπαταρία και απαιτεί δύο μπαταρίες AA.



























