Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Batten
01
λαβίδωμα, ξύλινη λωρίδα
a long and narrow piece of wood or metal used to hold together or fasten other materials of a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
battens
02
γεμίσμα από ρολά ή φύλλα βαμβακιού ή συνθετικής ίνας, γεμίσμα βαμβακιού ή συνθετικής ίνας
stuffing made of rolls or sheets of cotton wool or synthetic fiber
to batten
01
συνδέω, ενισχύω
to secure or fasten something firmly in place with strips of wood, metal, or other material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
batten
γ΄ ενικό πρόσωπο
battens
ενεστώτα μετοχή
battening
απλός αόριστος
battened
παθητική μετοχή
battened
Παραδείγματα
The carpenters batten the windows before the storm hits to prevent them from shattering.
Οι ξυλουργοί συνάπτουν τα παράθυρα πριν χτυπήσει η καταιγίδα για να αποφευχθεί η θρυμματισμός τους.
02
εξοπλίζω με λάστιχα
furnish with battens



























