Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sandpit
01
αμμοδοχείο, κουτί με άμμο
a plaything consisting of a pile of sand or a box filled with sand for children to play in
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sandpits
02
αμμολακκούβα, λατομείο άμμου
a large pit in sandy ground from which sand is dug
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sandpit
sand
pit



























