Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sander
01
τριβείο, μηχανή τριψίματος
a power tool used for smoothing and refining surfaces by abrasion, typically through the use of sandpaper or abrasive discs, helping to remove material or achieve a desired finish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sanders
Παραδείγματα
He used a sander to smooth the rough edges of the wooden table.
Χρησιμοποίησε ένα τριβείο για να λειάνει τις τραχιές άκρες της ξύλινης τραπέζης.
Λεξικό Δέντρο
sander
sand



























