sandbag
sand
ˈsænd
sānd
bag
bæg
bāg
handbag
sandbagged

Ορισμός και σημασία του "sandbag"στα αγγλικά

01

σάκος με άμμο, τσάντα με άμμο

a bag filled with sand, used for protection or to create barriers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sandbags
to sandbag
01

προστατεύω ή ενισχύω με σακούλες άμμου; φράσσω, ενισχύω με σακούλες άμμου; εμποδίζω

protect or strengthen with sandbags; stop up 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sandbag
γ΄ ενικό πρόσωπο
sandbags
ενεστώτα μετοχή
sandbagging
απλός αόριστος
sandbagged
παθητική μετοχή
sandbagged
02

σκόπιμα υποτιμώ τις ικανότητές μου, παίζω το ταπεινό για να εξαπατήσω

downplay one's ability (towards others) in a game in order to deceive, as in gambling 
03

χτυπώ σαν με σάκο άμμου, ζαλίζω σαν με σάκο άμμου

hit something or somebody as if with a sandbag 
04

πιάνω γατόψαρα με το χέρι, αλιεύω γατόψαρα χειροκίνητα

large catfish of central United States having a flattened head and projecting jaw 
05

κακομεταχειρίζομαι, φέρομαι άδικα

treat harshly or unfairly 
06

αναγκάζω μέσω εξαναγκασμού, απειλών ή βάναυσων μεθόδων

compel by coercion, threats, or crude means 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sandbag

sand

+

bag

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store