Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sandbag
01
σάκος με άμμο, τσάντα με άμμο
a bag filled with sand, used for protection or to create barriers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sandbags
to sandbag
01
προστατεύω ή ενισχύω με σακούλες άμμου; φράσσω, ενισχύω με σακούλες άμμου; εμποδίζω
protect or strengthen with sandbags; stop up
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sandbag
γ΄ ενικό πρόσωπο
sandbags
ενεστώτα μετοχή
sandbagging
απλός αόριστος
sandbagged
παθητική μετοχή
sandbagged
02
σκόπιμα υποτιμώ τις ικανότητές μου, παίζω το ταπεινό για να εξαπατήσω
downplay one's ability (towards others) in a game in order to deceive, as in gambling
03
χτυπώ σαν με σάκο άμμου, ζαλίζω σαν με σάκο άμμου
hit something or somebody as if with a sandbag
04
πιάνω γατόψαρα με το χέρι, αλιεύω γατόψαρα χειροκίνητα
large catfish of central United States having a flattened head and projecting jaw
05
κακομεταχειρίζομαι, φέρομαι άδικα
treat harshly or unfairly
06
αναγκάζω μέσω εξαναγκασμού, απειλών ή βάναυσων μεθόδων
compel by coercion, threats, or crude means
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sandbag
sand
bag



























