Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Samoan
01
σαμοανικά, η σαμοανική γλώσσα
*** the Polynesian language of Samoa, which has over 300,000 speakers in Samoa, New Zealand, the US, and elsewhere
02
Σαμοανός, κάτοικος των νησιών Σαμόα
a native or inhabitant of the Samoan Islands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Samoans
samoan
01
σαμοανός, σαμοανή
of or relating to Samoa or its people or language or culture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























