Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Salvo
01
βολή, ταυτόχρονη βολή
the act of firing a number of weapons at the same time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salvos
02
βολή, ριπή
an outburst resembling the discharge of firearms or the release of bombs
03
βολή, έκρηξη
a sudden outburst of cheers



























