salt flat
salt
sɒlt
solt
flat
flæt
flāt

Ορισμός και σημασία του "salt flat"στα αγγλικά

01

αλυκή, αλατόπεδος

a flat expanse of salt left by the evaporation of a body of salt water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
salt flats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store