Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to salt away
01
αποθηκεύω, εκτρέφω
keep or lay aside for future use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
salt
ενεστώτας
salt away
γ΄ ενικό πρόσωπο
salts away
ενεστώτα μετοχή
salting away
απλός αόριστος
salted away
παθητική μετοχή
salted away



























