Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bathrobe
01
μπαχάρικο, ρουχάκι μπάνιου
a long piece of clothing, made from the same material that towels are made of, worn after or before taking a shower or bath
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bathrobes
Παραδείγματα
She wrapped herself in a plush bathrobe after a relaxing bubble bath.
Τυλίχτηκε σε μια μαλακή μπαχλού μετά από ένα χαλαρωτικό μπάνιο με αφρό.
Λεξικό Δέντρο
bathrobe
bath
robe



























