salesperson
Pronunciation
/ˈseɪɫzˌpɝsən/

Ορισμός και σημασία του "salesperson"στα αγγλικά

01

πωλητής, εμπορικός αντιπρόσωπος

a person whose job is selling goods
salesperson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salespeople
Παραδείγματα
He asked the salesperson about the warranty for the TV.
Ρώτησε τον πωλητή για την εγγύηση της τηλεόρασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store