Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Salesperson
01
πωλητής, εμπορικός αντιπρόσωπος
a person whose job is selling goods
Παραδείγματα
He asked the salesperson about the warranty for the TV.
Ρώτησε τον πωλητή για την εγγύηση της τηλεόρασης.
Λεξικό Δέντρο
salesperson
sales
person



























