Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Salary increase
01
αύξηση μισθού, προσαύξηση
the amount a salary is increased
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
salary increases
LanGeek



























