salami
sa
la
ˈlɑ:
laa
mi
mi
mi
saamisalmi

Ορισμός και σημασία του "salami"στα αγγλικά

01

σαλάμι, λουκάνικο

a type of sausage that is large, spicy, and is served cold in thin slices, originated in Italy 
salami definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salamis
Παραδείγματα
I made a salami and Swiss cheese omelette for breakfast. 

Έφτιαξα μια ομελέτα με σαλάμι και ελβετικό τυρί για το πρωινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store