salad cream
sa
ˈsæ
lad
ləd
lēd
cream
kri:m
krim

Ορισμός και σημασία του "salad cream"στα αγγλικά

01

κρέμα σαλάτας, σάλτσα σαλάτας

a pale yellow dressing similar to mayonnaise that is served with sandwiches, salads, etc. 
Dialectbritish flagBritish
salad cream definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salad creams
Παραδείγματα
He whipped up a homemade salad cream with mayonnaise and herbs. 

Έφτιαξε ένα σπιτικό κρέμα σαλάτας με μαγιονέζα και βότανα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store