Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Saint
01
άγιος, αγία
someone who, after their death, is officially recognized by the Christian Church as a very holy person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saints
Παραδείγματα
Saint Francis of Assisi is known for his love of animals and nature.
Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης είναι γνωστός για την αγάπη του για τα ζώα και τη φύση.
Saint
01
άγιος, υπόδειγμα
a person regarded as the finest example or embodiment of a particular quality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saints
Παραδείγματα
She's a saint when it comes to patience with children.
Είναι άγια όταν πρόκειται για υπομονή με τα παιδιά.
02
άγιος, αγία
a person known for extraordinary moral or spiritual purity
Παραδείγματα
The villagers believed their priest was a living saint.
Οι χωρικοί πίστευαν ότι ο ιερέας τους ήταν ένας ζωντανός άγιος.
to saint
01
αγιάζω, λατρεύω ως άγιο
to regard or treat as holy or sacred
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
saint
γ΄ ενικό πρόσωπο
saints
ενεστώτα μετοχή
sainting
απλός αόριστος
sainted
παθητική μετοχή
sainted
Παραδείγματα
They sainted the old tree where the miracle was said to have occurred.
Αγίασαν το παλιό δέντρο όπου λέγεται ότι συνέβη το θαύμα.
02
αγιοποιώ, ανακηρύσσω άγιο
to formally declare a deceased person to be a saint
Παραδείγματα
The Church sainted her after years of investigation.
Η Εκκλησία την ανακήρυξε άγια μετά από χρόνια έρευνας.



























