Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sailor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sailors
αρσενικό ενικό
sailor
θηλυκό ενικό
sailoress
neutral form
seafarer
Παραδείγματα
The sailor's job involves handling ropes and rigging.
Η δουλειά του ναύτη περιλαμβάνει τη χειρισμό σχοινιών και εξαρτημάτων.
02
ναύτης, καραβιέρης
a serviceman in the navy
03
καλάμι καπέλο, καπέλο από άχυρο με επίπεδο στέμμα
a stiff hat made of straw with a flat crown
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sailor
sail



























