sailor
sai
ˈseɪ
sei
lor
jailorwailernailerscaler

Ορισμός και σημασία του "sailor"στα αγγλικά

01

ναύτης, περιπλανώμενος

a person who is a member of a ship's crew 
sailor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sailors
Παραδείγματα
The sailor's job involves handling ropes and rigging. 

Η δουλειά του ναύτη περιλαμβάνει τη χειρισμό σχοινιών και εξαρτημάτων.

02

ναύτης, καραβιέρης

a serviceman in the navy 
03

καλάμι καπέλο, καπέλο από άχυρο με επίπεδο στέμμα

a stiff hat made of straw with a flat crown 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store